Monday, May 28, 2012

The Death of Greece’s Introspective Debate

In the span of a few months, Greece’s national conversation has changed completely. Introspection has given way to anger, and whatever reform momentum existed has subsided in favor of a search for scapegoats. The relevant questions are no longer: “how can Greece be productive and competitive” or “how can we address the ailments that most of us recognize exist?” Instead, today’s questions are, “what does the victory of François Hollande mean for Greece,” and “is Angela Merkel bluffing or will she kick Greece out of the Eurozone?” Greece’s new motto is: ask not what you can do for your country; ask what Europe can do for you. 

This is a subtle change: after all, there has always been a keen interest in the international environment and how it affects Greece. But for a few months now, Greece has abandoned the internal debate. We have become obsessed over the “memorandum” and whether we will repeal it, abrogate it, cancel it, amend it, renegotiate it or change it. We are no longer discussing privatizations, salaries, taxes, closed professions, and so on. We have turned our eyes on Europe and make our every move with our eyes fixated on the hands of the other side, trying to gauge the next move. We have turned this into a chess game. Except that it’s a chess game on a sinking ship – we might win the game but what good is that if we drown in the end? 

In the process of going so, we are abdicating our responsibilities. We say, “This is all Europe’s fault, we are but a victim. Help us.” In the beginning of the crisis, we understood that this crisis, while certainly influenced by international events, had certain Greek characteristics. It exposed flaws in the way that Greek society and the Greek economy have been organized. To deal with the crisis, Greece had to cut spending, reform the public and private sector and upgrade the functionality of the state. All this is gone now. In a sense, we have disowned this crisis. There is nothing we can do anymore, we are powerless. 

This lack of ownership risks becoming the greatest casualty of this crisis. Greece has changed from being a fat kid that was going on a diet to a fat kid that wants to sue the candy company. In the end, the fat kid may get a check – but will he get any thinner?

Το Τέλος Της Εσωστρεφούς Συζήτησης στην Ελλάδα

Μέσα σε λίγους μήνες, η συζήτηση στην Ελλάδα έχει αλλάξει εντελώς. Η εσωστρέφεια έχει αντικατασταθεί από την οργή, και ό,τι διάθεση υπήρχε για μεταρρυθμίσεις έχει υποχωρήσει και αντ’αυτού, απλώς αναζητούμε αποδιοπομπαίους τράγους. Οι σχετικές ερωτήσεις δεν είναι πια: «πώς μπορεί η Ελλάδα να είναι παραγωγική και ανταγωνιστική» ή «πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις πολλαπλές ασθένειες που οι περισσότεροι από εμάς αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν στη χώρα;» Αντ 'αυτού, τα ερωτήματα του σήμερα είναι, «τι σημαίνει η νίκη του Φρανσουά Ολάντ για την Ελλάδα», ή «μπλοφάρει η Άνγκελα Μέρκελ ή όντως θα πετάξει την Ελλάδα από την Ευρωζώνη;» Το νέο σύνθημα της Ελλάδας είναι: μην αναρωτιέσαι τι μπορείς να κάνεις για τη χώρα σου, αλλά απλώς αναρωτήσου τι μπορεί να κάνει για σένα η Ευρώπη. 

Πρόκειται για μια λεπτή αλλαγή: άλλωστε, υπήρξε πάντα ένα έντονο ενδιαφέρον για το διεθνές περιβάλλον και για το πώς αυτό επηρεάζει την Ελλάδα. Αλλά εδώ και μερικούς μήνες, η Ελλάδα έχει εγκαταλείψει εντελώς τον εσωτερικό διάλογο. Μας έχει γίνει εμμονή το «Μνημόνιο» και αν θα το καταργήσουμε, ακυρώσουμε, τροποποιήσουμε, επαναδιαπραγματευτούμε ή αλλάξουμε. Δεν συζητάμε πλέον για ιδιωτικοποιήσεις, για μισθούς, για φόρους ή για κλειστά επαγγέλματα. Έχουμε στρέψει τα βλέμματα μας προς για την Ευρώπη και κάνουμε την κάθε κίνησή μας βλέποντας την άλλη πλευράς, προσπαθώντας να προβλέψουμε την επόμενη κίνηση. Το έχουμε μετατρέψει το παιχνίδι σε σκάκι. Βέβαια το σκάκι αυτό παίζεται σε ένα πλοίο που βυθίζεται – τι νόημα έχει να κερδίσουμε το σκάκι αν πνιγούμε στο τέλος; 

Στη διαδικασία αυτή, έχουμε παραιτηθεί των ευθυνών μας. Λέμε, «το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό, εμείς είμαστε μόνο ένα θύμα. Βοηθήστε μας». Στην αρχή, καταλάβαμε ότι αυτή η κρίση, ενώ σίγουρα είχε διεθνείς συντεταγμένες, είχε και αρκετά ελληνικά χαρακτηριστικά και εξέθετε τα ελαττώματα στην οργάνωση της ελληνικής κοινωνία και οικονομίας. Για να αντιμετωπίσει την κρίση, η Ελλάδα θα έπρεπε να μειώσει τις δαπάνες, να αναμορφώσει το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και να αναβαθμίσει τη λειτουργία του κράτους. Όλα αυτά τα έχουμε ξεχάσει τώρα. Την αποκηρύξαμε την κρίση. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε πια, είμαστε ανίσχυροι. 

Αυτή η έλλειψη ευθύνης ίσως να είναι το μεγαλύτερο θύμα της κρίσης. Η Ελλάδα έχει σαν το χοντρό παιδί που πήγαινε να κάνει δίαιτα αλλά αποφάσισε ανταυτού να κάνει μήνυση στην εταιρεία που πουλάει καραμέλες. Στο τέλος, ίσως όντως να πάρει κάποια χρήματα; Θα γίνει όμως λεπτότερο;

Sunday, May 20, 2012

Η Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ

Αν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ να μας γυρίσει απλώς στη δραχμή, πάει στο καλό. Φοβάμαι όμως ότι θα μας γυρίσει στη δεκαετία του ‘50 και του ‘60. Το οικονομικό μοντέλο του κόμματος είναι ο απόλυτος κρατισμός, ο οποίος έχει εξαλειφθεί ως μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης εδώ και χρόνια. Το κόμμα ισχυρίζεται ότι συμπλέει με τον Ευρωπαϊκό σοσιαλισμό, αλλά οι απόψεις του είναι πιο ακραίες και πιο ριζοσπαστικές από αυτές που επικρατούν σε άλλα κράτη. Τι σημαίνει να ζούμε στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ?

Ιδεολογία και Βασικές Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ

Σύμφωνα με το πρόγραμμά του, ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει «ότι η ιδιωτική καπιταλιστική πρωτοβουλία και η κερδοσκοπία είναι απάνθρωπη ... και αναποτελεσματική αρχή διεύθυνσης της κοινωνίας». Η πολιτική του φιλοσοφία βασίζεται σε έξι άξονες:
  1. Το κράτος αποτελεί τον κύριο πυλώνα οικονομικής οργάνωσης στην κοινωνία ενώ η ιδιωτική πρωτοβουλία πρέπει να περιοριστεί.
  2. Βασική μέριμνα της πολιτείας είναι να παρέχει δωρεάν αγαθά και υπηρεσίες στους πολίτες. Οι κρατικές δαπάνες θα καλύπτονται από την φορολογία των πλούσιων και από την άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
  3. Η οικονομία είναι ένα ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος: οι επιχειρήσεις βγάζουν κέρδη επειδή εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους.
  4. Ο ανταγωνισμός βλάπτει την παραγωγικότητα και το κράτος πρέπει να τον περιορίσει.
  5. Η διαφθορά του ελληνικού κράτους δεν απορρέει από τον όγκο του δημόσιου τομέα αλλά είναι αποτέλεσμα προσώπων και κομματικών πρακτικών. Μια διαφορετική διοίκηση μπορεί να τις εξαλείψει.
  6. Τα προβλήματα της Ελλάδας είναι Ευρωπαϊκά και καπιταλιστικά προβλήματα. Δεν χρειάζονται ελληνικές αλλά Ευρωπαϊκές και διεθνείς λύσεις.
Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν προτείνει μια αναδιοργάνωση της οικονομίας που βασίζεται σε:
  1. Επιστροφή στο δημόσιο τομέα όλων των επιχειρήσεων και οργανισμών που έχουν «εν μέρει ή συνολικά ιδιωτικοποιηθεί».
  2. Κρατικοποίηση «[μονάδων που είναι] κρίσιμες για την ανάπτυξη της οικονομίας, όπως λιμάνια, αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομοι, ναυπηγεία, ορυκτός και ενεργειακός πλούτος».
  3. Κρατικοποίηση των τραπεζών με στόχο «ένα αναμορφωμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τράπεζες δημόσιας ιδιοκτησίας».
  4. Κατάργηση «κάθε [ιδιωτικής] και [επιχειρηματικής] δραστηριότητας σε όλες τις βαθμίδες της Παιδείας».
  5. «Συρρίκνωση και τελικά εξάλειψη της δραστηριότητας του ιδιωτικού τομέα στο χώρο της υγείας» που θα επιτευχθεί από την «καθολικότητα και [την] ποιότητα του δημόσιου τομέα» αφού «δεν υπάρχει χώρος για επιχειρηματική κερδοσκοπική δραστηριότητα» στην υγεία.
  6. Ενίσχυση των εργασιακών προνομίων: «η σταθερή εργασία όπως αυτή συνταγματικά κατοχυρώνεται στο δημόσιο τομέα με την μονιμότητα, στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες με τους κανονισμούς εργασίας και με την σύμβαση αορίστου χρόνου παρέχουν ασφάλεια στον εργαζόμενο, περιορίζουν την εξάρτησή του από πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες και ταυτόχρονα κάνουν πιο αποδοτική την εργασία».
  7. Εξασφάλιση ενός κράτους στο οποίο: «Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, η στέγη με θέρμανση, φωτισμό και τηλεπικοινωνίες, η διατροφή και η ένδυση, η μεταφορά, η βοήθεια στο σπίτι, η νομική προστασία και εκπροσώπηση μπορούν έτσι να γίνουν δικαιώματα όλων των πολιτών».
  8. Χρηματοδότηση αυτού του κράτους μέσα από «τη ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, την επιβάρυνση, όσο χρειάζεται, των μεγάλων εισοδημάτων και του συσσωρευμένου πλούτου και με μείωση των δαπανών που δεν εξυπηρετούν το λαϊκό συμφέρον» καθώς και από ένα «διαφορετικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που θα πρέπει να χρηματοδοτεί, είτε απευθείας είτε μέσω ευρωπαϊκής δημόσιας Τράπεζας, τους προϋπολογισμούς των κρατών και ευρωπαϊκά προγράμματα δημόσιων επενδύσεων».
Πως Διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ από τον Φιλελευθερισμό

Προτού σχολιάσω τις επιμέρους θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, θα ήθελα αντιπαραβάλω την φιλοσοφία του κόμματος με αυτή του φιλελευθερισμού στον οποίο αντιτάσσεται. Φιλελεύθερος είναι αυτός που αντιλαμβάνεται ως μεγαλύτερη απειλή για την κοινωνία και τον ίδιο την κατάχρηση της εξουσίας - πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής. Η ελευθερία είναι το απόλυτο αγαθό, ενώ προϋπόθεση για την ελευθερία είναι η αποτροπή της συσσώρευσης δυνάμεων, και γι’ αυτό η φιλελεύθερη σκέψη δίνει κεντρικό ρόλο στον διαχωρισμό των εξουσιών. Βασική της τομή είναι το «είμαστε ελεύθεροι όταν υπάρχουν ισορροπίες δυνάμεων». Τίποτα δεν συχαίνεται περισσότερο ο φιλελεύθερος από τα μονοπώλια – είτε αυτά είναι πολιτικά, είτε οικονομικά, είτε κοινωνικά. Από αυτές τις φιλοσοφικές βάσεις απορρέουν συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις:
  1. Η οικονομία είναι ένα παιχνίδι θετικού αθροίσματος – μπορεί παράλληλα να κερδίζει και το κεφάλαιο, και ο εργαζόμενος, και το κράτος. Η οικονομική ελευθερία είναι πιο σημαντική από την οικονομική ισότητα, και η οικονομική ελευθερία αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελευθερίας με την ευρύτερη έννοια, και έχει αξία αυτοτελή και όχι μόνο επειδή οδηγεί στην ευημερία.
  2. Η ιδιωτική πρωτοβουλία αποτελεί τον κύριο πυλώνα οικονομικής οργάνωσης στην κοινωνία. Ο ρόλος του κράτους είναι να στηρίζει και όταν χρειάζεται να συμπληρώνει τον ιδιωτικό τομέα. Η αγορά χρειάζεται ισχυρούς κανόνες και όχι ένα κράτος που απουσιάζει. Το κράτος οφείλει να ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό γιατί αυτός μειώνει τις τιμές, αυξάνει την αγοραστική αξία του εισοδήματος και βελτιώνει την παραγωγικότητα.
  3. Η κύρια διαφορά του κράτους από τον ιδιωτικό τομέα είναι τα ελλειπή κίνητρα στο δημόσιο τομέα και η αδυναμία να βάλεις λουκέτο στις μη παραγωγικές διαδικασίες. Οι άνθρωποι αντιδρούν στα κίνητρα τα οποία έχουν. Όταν το κράτος παράγει αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες, τείνει να το κάνει πιο ακριβά και λιγότερο ποιοτικά από τον ιδιωτικό τομέα. Η βαριά ρύθμιση της αγοράς από το κράτος παράγει σπατάλη και δημιουργεί συνθήκες για διαφθορά, κυρίως δίνοντας την ευκαιρία στο κράτος να επιλέξει νικητές και ηττημένους με βάση πολιτικά κριτήρια και συμφέροντα.
  4. Το κράτος δεν παρέχει τίποτα δωρεάν. Τα αγαθά και τις υπηρεσίες τα πληρώνουμε οι ίδιοι, οι συνάνθρωποί μας και τα παιδιά μας.
  5. Η παρέμβαση του κράτους πρέπει να είναι στοχευμένη και όχι ολοκληρωτική. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να πετύχει το κράτος κάποιο σκοπό, αλλά οφείλει να επιλέγει το δρόμο με τα περισσότερα οφέλη και τις λιγότερες αρνητικές συνέπειες. Για παράδειγμα, μπορούμε να μειώσουμε τα τροχαία ατυχήματα αν απαγορεύσουμε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων ή αν βάλουμε το όριο ταχύτητας στα 10 χλμ/ώρα. Και η δύο πρακτικές «λύνουν» το πρόβλημα αλλά είναι παράλογες. Το κράτος μπορεί να διασφαλίζει το κοινωνικό συμφέρον με επιμέρους πράξεις: αν, για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχει τραίνο που να εξυπηρετεί 10 μεγάλες πόλεις και 10 χωριά χωρίς ιδιαίτερη κίνηση, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να έχουμε κρατική εταιρία σιδηροδρόμων. Μπορούμε κάλλιστα να επιδοτήσουμε τον ιδιωτικό τομέα στα δρομολόγια που δεν είναι κερδοφόρα.
  6. Ο άνθρωπος είναι πολίτης, είναι κεφάλαιο, είναι εργαζόμενος και είναι και καταναλωτής. Επομένως απαιτεί μια σύνθετη πολιτική οργάνωση. Όσο και να μιλάμε για το κεφάλαιο σαν αυτό που ανήκει στους λίγους, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι εταιρίες ανήκουν στους μετόχους τους, και τις περισσότερες φορές οι μέτοχοι αυτοί είναι οι πολίτες οι ίδιοι. Ο άνθρωπος είναι επίσης καταναλωτής, όχι μόνο εργαζόμενος. Τι είναι καλύτερο: μια αύξηση 10% σε μια οικονομία που λόγω έλλειψης ανταγωνισμού οι τιμές των προϊόντων ανεβαίνουν κατά 25% ή μια οικονομία όπου ο μισθός μένει ο ίδιος αλλά οι τιμές πέφτουν 10%; Η ευημερία είναι και θα παραμείνει πολυσύνθετη έννοια.
Ας δούμε, λοιπόν, εκ νέου κάποιες από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Θέση του ΣΥΡΙΖΑ #1 – ΧΡΕΟΣ
  • «Το δημόσιο χρέος της χώρας είναι ταξικό χρέος. Είναι οι φόροι που δεν πλήρωσαν οι πλούσιοι».
  • «Το χρέος δεν είναι ελληνική ιδιομορφία. Είναι στοιχείο της καπιταλιστικής κρίσης σε πανευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα και αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της τελευταίας εικοσαετίας».
Σίγουρα, η ελληνική κρίση έχει διεθνείς παραμέτρους και συντεταγμένες. Ωστόσο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος χρέους το 2011 ήταν 65% του ΑΕΠ με μία διακύμανση από 6% έως 165%. Όταν υπάρχει μια τέτοια διαφοροποίηση στα επί μέρους κράτη, δεν μπορεί να φταίνε μόνο οι διεθνείς παράγοντες που είναι κοινοί για όλους. Αν το πρόβλημα είναι Ευρωπαϊκό και μόνο, γιατί η Ελλάδα έχει το διπλάσιο χρέος από τη Γερμανία και το εικοσιεπταπλάσιο της Εσθονίας (ως ποσοστό του ΑΕΠ);

Σίγουρα, επίσης, η φοροδιαφυγή είναι χρόνιο πρόβλημα που κάθε σοβαρό κράτος πρέπει να πατάξει. Αλλά μπορούμε να πούμε ότι το χρέος της Ελλάδας είναι ταξικό και είναι προϊόν της «τελευταίας εικοσαετίας»; Η συσσώρευση του χρέος οφείλεται σε δύο περιόδους: την περίοδο από το 1980 έως το 1993 (αύξηση του χρέους από το 22% του ΑΕΠ στο 99%), και έπειτα από το 2005 έως το 2011 (αύξηση από το 100% στο 165%).

Πρώτον, τουλάχιστον η μισή αύξηση του χρέους προήλθε πριν από την «τελευταία εικοσαετία» και σε μια περίοδο όπου το κράτος ήταν κάθε άλλο παρά φιλελεύθερο. Δεύτερον, αν δούμε την έκρηξη του χρέους από το 2005 έως το 2009 (πριν την όξυνση της κρίσης), αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών από το 39,9% του ΑΕΠ στο 48,7% το 2009. Την ίδια περίοδο, τα έσοδα έπεσαν μόλις από το 39% στο 38%. Άρα το χρέος οφείλεται στον κρατισμό της δεκαετίας του ’80 (και την οικονομική κρίση που επέφερε η κακοδιαχείριση) και έπειτα στην αύξηση των κρατικών δαπανών μετά το 2005. Πως μπορεί να χαρακτηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ το χρέος ως απόρροια μιας «νεοφιλελεύθερης πολιτικής»;

Θέση του ΣΥΡΙΖΑ #2 – ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
  • «Πόροι μπορούν να βρεθούν με ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, την επιβάρυνση, όσο χρειάζεται, των μεγάλων εισοδημάτων και του συσσωρευμένου πλούτου και με μείωση των δαπανών που δεν εξυπηρετούν το λαϊκό συμφέρον... Με αυτά τα μέσα μπορούν να εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο».
  • «Να αλλάξει η φορολογική κλίμακα με σημαντική αύξηση των συντελεστών για τα μεγάλα εισοδήματα μέχρι 75% για εισοδήματα πάνω από 500.000 ευρώ τον χρόνο».
  • «Διαφορετικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που θα πρέπει να χρηματοδοτεί, είτε απευθείας είτε μέσω ευρωπαϊκής δημόσιας Τράπεζας, τους προϋπολογισμούς των κρατών και ευρωπαϊκά προγράμματα δημόσιων επενδύσεων».
Αυτή η πρόταση υποθέτει την ύπαρξη «δεκάδων δισεκατομμυρίων», την ικανότητα του κράτους να τα μαζέψει και τη διατήρηση παραγωγής αυτών των δισεκατομμυρίων όταν τα κίνητρα για τον ιδιώτη θα έχουν εξαφανισθεί. Το κράτος σίγουρα χρειάζεται δεκάδες δισεκατομμύρια για να πληρώσει για όλα τα προγράμματα που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί όμως να τα εισπράξει; Ας δούμε δύο νούμερα.

Το 2011, το κράτος εισέπραξε γύρω στα €85 δις, από τα οποία οι φόροι εισοδήματος ήταν €18 δις. Τα τελευταία 10 χρόνια το ελληνικό κράτος, πράγματι, εισπράττει λιγότερα σε φόρους εισοδήματος σχετικά με τους Ε.Ε.-15. Αν οι εισφορές ήταν στον μέσο όρο των ΕΕ -15, τα έσοδα θα ήταν υψηλότερα κατά €8-€10 δις το χρόνο. Όσο για τα μεγάλα εισοδήματα, το 2010, υπήρχαν 255 δηλώσεις για εισόδημα πάνω από €500,000, με συνολικό δηλωθέν εισόδημα €197 εκατομμύρια. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι το πραγματικό ποσό λόγω της φοροδιαφυγής είναι διπλάσιο, και ακόμα και αν το κράτος δημεύσει εξ’ ολοκλήρου τα παραπάνω εισοδήματα τα ποσά είναι εξωφρενικά μικρά σε σχέση με αυτά που χρειάζονται. Φυσικά μια τέτοια φορολογία θα κατακερματίσει τα έσοδα και θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή γιατί το κέρδος απ’αυτήν θα αυξηθεί. Αλλά ούτως ή άλλως, τα δεκάδες δισεκατομμύρια φαίνονται υπερβολικά, και σε μια περίοδο που δεν μπορούμε να καλύψουμε ούτε τις πρωτογενείς ανάγκες μας, τα νούμερα απλά δεν βγαίνουν.

Όσο για την άλλη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, τη χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, μια τέτοια πολιτική θα οδηγήσει στον πληθωρισμό γιατί όταν η κυκλοφορία του χρήματος βασίζεται στη χρηματοδότηση του κρατικού τομέα, δεν υπάρχει περιορισμός ή ανάγκη ορθολογισμού: αν χρειαζόμαστε χρήματα, απλώς μπορούμε να τα τυπώσουμε. Ο πληθωρισμός είναι καταστροφικός για την οικονομία. Πρώτον, μειώνει την αγοραστική αξία του εισοδήματος γιατί οι τιμές αυξάνονται. Δεύτερον, επιδοτεί την άσκοπη κατανάλωση και την άμεση ικανοποίηση, γιατί αν το χρήμα δεν έχει αξία αύριο, καλύτερα να το καταναλώσουμε σήμερα, γιατί αλλιώς θα πάει χαμένο. Τρίτον, δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να βάλει στην άκρη χρήματα για το μέλλον και για μια δύσκολη στιγμή καθώς η αγοραστική αξία μειώνεται στο μηδέν. Γι’ αυτό το λόγο όλα τα μοντέρνα κράτη πιστεύουν σε μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα που είναι υπεύθυνη για τη σταθεροποίηση των τιμών και όχι για τη χρηματοδότηση του κράτους.

Θέση του ΣΥΡΙΖΑ #3 – ΜΙΣΘΟΙ & ΕΡΓΑΣΙΑ
  • «Ο μισθός πρέπει να επιτρέπει στον εργαζόμενο να ζει με αξιοπρέπεια. Για το ύψος του χρειάζεται να συνυπολογίζονται το κόστος διαβίωσης, η μόρφωση και η εξειδίκευση, η θέση, η οικογενειακή κατάσταση, η ανθυγιεινότητα και η επικινδυνότητα της εργασίας. Με το ενιαίο μισθολόγιο στο Δημόσιο και την ενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων πρέπει μπορούμε, χωρίς ανορθολογισμούς και κατακερματισμούς να οδηγηθούμε, σε μια διετία, στο ύψος των μισθών που είχε διασφαλιστεί το 2009 και έκτοτε να λειτουργήσει ελεύθερα η συλλογική διαπραγμάτευση παντού».
  • «Δραστικός περιορισμός της μερικής απασχόλησης με σκοπό την πλήρη κατάργησή της».
Γιατί να μην παίζει ρόλο η παραγωγικότητα, η προσπάθεια, το ταλέντο, το μεράκι, το ήθος, η ποιότητα και η ποσότητα της δουλειάς; Ο μισθός του ΣΥΡΙΖΑ δεν σχετίζεται με το τι συνεισφέρει ο καθένας. Όχι μόνο λείπουν τα κίνητρα σε ένα τέτοιο σύστημα, αλλά δεν υπάρχει ούτε αξιοκρατία, ούτε προσωπική ευθύνη. Γιατί να λαμβάνω τον ίδιο μισθό με το διπλανό μου αν εκείνος δουλεύει περισσότερο και καλύτερα;

Επίσης, με το κάλεσμα για τη επιστροφή στα επίπεδα του 2009, Ο ΣΥΡΙΖΑ υπονοεί ότι ο μισθός τότε ήταν «σωστός». Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μας εξηγεί γιατί ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι τόσο υψηλότερος από την Πορτογαλία (+55%) ή την Ισπανία (+17%) ειδικά αν σκεφτούμε πως ο ‘Ελληνας εργαζόμενος παράγει 25% λιγότερο ανά ώρα εργασίας από τον μέσο Ευρωπαίο (Ε.Ε. -15) και από οποιονδήποτε άλλο στην Ευρώπη των 15 εκτός της Πορτογαλίας; Γιατί αξίζει ο Έλληνας εργαζόμενος ένα τέτοιο μισθό όταν δεν παράγει ανάλογα; Βέβαια, δε σημαίνει ότι φταίει ο εργαζόμενος – υπάρχουν γραφειοκρατικές δομές που καταβροχθίζουν άπειρες εργατοώρες – αλλά η ουσία είναι ότι ο μισθός δεν μπορεί να είναι απομονωμένος τελείως από τη παραγωγικότητα.

Όσο για τη μερική απασχόληση, αυτή αποτελεί 20,4% του συνόλου της εργασίας στην Ευρωζώνη, ενώ για την γυναίκες το ποσοστό ανέρχεται στο 35,3% (στην Ελλάδα τα ποσοστά είναι 6,2% και 10,6% αντίστοιχα). Άσχετα με την οικονομία, η μερική εργασία είναι μια πτυχή της ατομικής ελευθερίας, ιδιαίτερα για τις γυναίκες που αναζητούν μια μέση λύση ανάμεσα στη καριέρα και την οικογένεια. Γιατί αρνείται λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ στη γυναίκα τα οικονομικά, δημιουργικά και κοινωνικά οφέλη της μερικής εργασίας; Γιατί δεν την εμπιστεύεται να κάνει τις επιλογές της; Με τον τρόπο αυτό καταπατά όχι μόνο την οικονομική αλλά και την προσωπική της ελευθερία.

Θέση του ΣΥΡΙΖΑ #4 – ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
  • «Η ενιαία αγορά και το ενιαίο νόμισμα κατάργησαν κάθε δυνατότητα προστασίας της εγχώριας παραγωγής, είτε με δασμούς είτε με τη νομισματική πολιτική και επέβαλαν τον πιο άγριο ανταγωνισμό. Παντού υπήρξαν ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικές σχέσεις εργασίας, μείωση μισθών και συντάξεων. Ιδίως στις πιο αδύναμες χώρες, σαν την Ελλάδα, η αποβιομηχάνιση και η καταστροφή ολόκληρων κλάδων παραγωγής ήταν ραγδαίες».
Ας αρχίσουμε από κάποιες παρατηρήσεις. Η αποβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας ξεκίνησε το 1973, αν κρίνουμε από το ποσοστό συμμετοχής τις βιομηχανίας στο ΑΕΠ και όχι με την ενιαία αγορά. Η παραγωγικότητα (total factor productivity) αυξάνονταν τη δεκαετία του 1960 και του 1970 αλλά κόλλησε τη δεκαετία του ‘80 (-0,85% το χρόνο) και του ‘90 (+0,72%), πριν επανέλθει τη δεκαετία του 2000 (+1,5%). Η ίδια τάση φαίνεται και στις πραγματικές αμοιβές ανά εργαζόμενο: μηδέν αύξηση το ’80, μικρή αύξηση το ’90 (+0,13%) και μεγάλη αύξηση τη δεκαετία του 2000 (+2,6%). Όπως και να κρίνουμε τι δεκαετία του 1990, σίγουρα η δεκαετία του 1980 ήταν η πιο κρατική και του 2000 η πιο φιλελεύθερη: πως εξηγεί ο ΣΥΡΙΖΑ το ότι οι εργάτες και η παραγωγικότητα βελτιώθηκαν τη δεκαετία του 2000 αλλά όχι του ’80;

Πιο γενικά, γιατί αυτός ο «άγριος ανταγωνισμός» χτύπησε την Ελλάδα τόσο πολύ; Τι ειδικό είχε ή δεν είχε η ελληνική οικονομία; Γιατί δε μπόρεσε να ανταποκριθεί η ελληνική οικονομία στον ανταγωνισμό; Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η εξωστρέφεια και ο ανταγωνισμός οδηγεί στη παραγωγικότητα που με τη σειρά της είναι ο πυλώνας της ευημερίας. Πως εξηγεί ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί η Ελλάδα συγκεκριμένα, δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από την ενιαία αγορά;

Αν το δούμε και λίγο διαφορετικά, γιατί είναι η μείωση των δασμών τόσο επιβλαβής; Πως ένα κόμμα που νοιάζεται για τους οικονομικά ασθενέστερους μπορεί να ζητήσει από τον χαμηλοσυνταξιούχο και τον άνεργο να πληρώσει €10 για κάτι που παράγεται στην Ελλάδα όταν μπορεί να το πάρει για €5 προερχόμενο από εισαγωγές; Γιατί θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να του κλέψει αυτά τα €5;

Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει: «η γραφειοκρατία, η διαφθορά και η πελατειακή λογική συνεχίζουν να διαπερνούν μεγάλα τμήματα της δημόσιας διοίκησης και δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες για την άσκηση και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων των πολιτών.» Γιατί δεν αναγνωρίζει ότι αυτές ακριβώς οι παθογένειες στέκονται εμπόδιο και στην επιχειρηματικότητα; Γιατί είναι η γραφειοκρατία απαράδεκτη όταν εμποδίζει τα «στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών» αλλά όχι των επιχειρηματιών; Το να στήσω μια επιχείρηση και να είμαι ο ίδιος αφεντικό, δεν είναι και αυτό ένα πολιτικό και οικονομικό δικαίωμα; Δεν είναι και ο νομοταγής επιχειρηματίας «πολίτης», ειδικά όταν επενδύει και δημιουργεί θέσεις εργασίας;

Θέση του ΣΥΡΙΖΑ #5 – ΚΕΦΑΛΑΙΟ
  • «Όσα μέτρα πάρθηκαν τα τελευταία χρόνια ήταν πάντα εις βάρος της εργασίας και προς όφελος του κεφαλαίου. Περισσότερη δουλειά για λιγότερα λεφτά, μικρότερη σύνταξη και λιγότερες κοινωνικές παροχές, αλλά μεγαλύτερα κέρδη για τις επιχειρήσεις και λιγότεροι φόροι για τους πλούσιους, αυτή ήταν, με κρίση ή δίχως κρίση, η κατεύθυνση της πολιτικής, όποιος κι αν κυβερνούσε».
  • «Κριτήριο για μας δεν είναι το κέρδος των καπιταλιστών, είναι η απασχόληση και το εισόδημα των εργαζόμενων ανθρώπων, η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, τα δημόσια αγαθά. Με αυτόν τον προσανατολισμό μπορούν να αξιοποιηθούν οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας μας και να παραχθεί πλούτος για τον κόσμο που ζει από τη δουλειά του, για την κοινωνική εξασφάλιση, για την Παιδεία, την Υγεία και τον Πολιτισμό».
Στις θέσεις αυτές φαίνεται καθαρά η άποψη ότι η οικονομία είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Φυσικά υπάρχει και θα υπάρχει τριβή μεταξύ των συμφερόντων του κεφαλαίου και του εργάτη. Αλλά η κρίση μας έχει θυμίσει δύο πραγματικότητες: το ότι «χάνει» ο εργαζόμενος, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «κερδίζει» ο εργοδότης, αφού από τα μειωμένα εισοδήματα, πέφτει η κατανάλωση, πλήττονται οι επιχειρήσεις και δημιουργείται ένα φαύλος κύκλος. Δε μπορώ να φανταστώ πως υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν πως οι Έλληνες επιχειρηματίες χαίρονται με την σημερινή κατάσταση της οικονομίας, ενώ η λογική του ΣΥΡΙΖΑ που θέτει τον πολίτη και τον επιχειρηματία σε αντίπαλα στρατόπεδα, εκτός από απλουστευτική είναι και επικίνδυνη.

Δεύτερον, το μέγεθος της «πίτας» μετράει. Είναι καλύτερα να αναδιανεμηθεί ένα εισόδημα που αυξάνεται παρά που ένα που συρρικνώνεται. Εν μέρει, βλέπουμε τις δυσκολίες για τους εργαζόμενους όταν οι επιχειρήσεις δεν είναι υγιείς. Αυτό βέβαια είναι προφανές και ο ΣΥΡΙΖΑ το δέχεται: για παράδειγμα, θέλει τις «μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» αλλά όχι το «μεγάλου κεφαλαίου». Δεν μας εξηγεί ποτέ ποια είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μεσαίας και μεγάλης επιχείρησης και γιατί η μία είναι καλή και η άλλη κακή, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ κατανοεί ως ένα σημείο την συμβιωτικότητα μεταξύ της επιχείρησης (μικρής και μεσαίας τουλάχιστον) και του εργαζομένου.

Αξίζει ένα ακόμα σχόλιο για τα κέρδη. Ο φιλελευθερισμός έχει εξομοιωθεί με την επιδίωξη του κέρδους. Από τη μία μεριά, ο φιλελευθερισμός δεν έχει πρόβλημα με το κέρδος καθ’αυτό. Αλλά έχει σίγουρα πρόβλημα με τον άκοπο πλουτισμό. Άλλωστε, στην ιδανική οικονομία και τον τέλειο ανταγωνισμό τα πραγματικά κέρδη είναι μηδέν – αυτό μαθαίνει κάθε φοιτητής στο πρώτο μάθημα οικονομικών. Πως από εκεί καταλήξαμε στο ότι κύριο μέλημα του φιλελευθερισμού είναι τα κέρδη; Και ‘αλλωστε, ο εργαζόμενος δεν επιδιώκει και αυτός το κέρδος, με την έννοια ότι επιδιώκει να βγάλει περισσότερα χρήματα από αυτά που του χρειάζονται για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες? Δεν επιδιώκει σταθερά τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου?

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι κατέχω ένα μονοπώλιο εισαγωγής αυτοκίνητων. Τα πουλάω λοιπόν με μεγάλο κέρδος. Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέποντας το μονοπώλιο και την κερδοφορία αποφαίνεται πως οφείλουμε να αυξήσουμε τους μισθούς των εργαζομένων. Μήπως όμως η απάντηση είναι να άρουμε το μονοπώλιο και να επιτρέψουμε σε άλλους να εισάγουν αυτοκίνητα; Ο φιλελευθερισμός ανέχεται τα κέρδη άλλα μόνο όταν απορρέουν από πραγματικές υπηρεσίες και όχι από πολιτικές χάρες. Η θεμελιώδης απάντηση στα κέρδη είναι ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων, και όχι ο αγώνας των εργατών. Ο αγώνας των εργατών, στο παραπάνω παράδειγμα, μόνο δίκαιο αποτέλεσμα δεν θα έφερνε. Αντιθέτως, θα αύξανε ακόμα περισσότερο το κόστος λειτουργίας του μονοπωλίου και η αύξηση αυτή θα μετακυλίονταν αναπόφευκτα στον καταναλωτή.

Θέση του ΣΥΡΙΖΑ #6 – ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
  • «Μας λένε ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί εξέθρεψαν τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις. Δεν είναι αλήθεια. Τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις τις εξέθρεψαν οι συνέταιροι του δικομματισμού. Με αυτόν τον τρόπο εδραίωσαν την εξουσία τους και κατέστρεψαν επιχειρήσεις και οργανισμούς που είχαν φτιαχτεί με πόρους και με κόπους των εργαζομένων, κατέστρεψαν τους αγροτικούς συνεταιρισμούς».
  • «Ο ΣΥΡΙΖΑ-Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο δεν αποδέχεται ούτε στηρίζει το σημερινό νοσηρό και αναποτελεσματικό ΕΣΥ που ταλαιπωρεί ασθενείς και υγειονομικούς».
Το ερώτημα είναι το εξής: η διαφθορά και η κακοδιαχείριση είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κρατισμού ή όχι; Η διαφορά μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και του φιλελεύθερου είναι θεμελιώδης. Σίγουρα υπάρχουν χώρες στις οποίες το κράτος λειτουργεί και παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες. Υπάρχουν επίσης, κρατικές επιχειρήσεις διεθνούς εμβέλειας και υψηλής ανταγωνιστικότητας. Αλλά αυτές είναι οι εξαιρέσεις που επαληθεύουν τον κανόνα. Και ο κανόνας για το φιλελεύθερο είναι ότι ο κρατισμός δεν μπορεί να είναι απαλλαγμένος από τη διαφθορά και τη κακοδιαχείριση για δύο λόγους.

Πρώτον, στο δημόσιο τομέα δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει ότι η έλλειψη ανταγωνισμού ελευθερώνει το άτομο από την πίεση και το άγχος της αβέβαιης εργασίας. Σίγουρα μια συνεχείς αβεβαιότητα μπορεί να είναι αντιπαραγωγική. Αλλά και η απόλυτη βεβαιότητα δεν βοηθά. Το ξέρει αυτό ο οποιοσδήποτε έχει έρθει αντιμέτωπος με μια προθεσμία: αν δεν υπάρχει προθεσμία, δύσκολα θα κάνουμε κάτι. Αν κάτι πρέπει να το τελειώσουμε μεθαύριο, αυτό τείνει να μας συγκεντρώνει, να μας εστιάσει την προσοχή και να μας ωθεί στην πράξη.

Δεύτερον, τα κίνητρα δεν λειτουργούν καλά στον δημόσιο τομέα. Η εργασία είναι σα να μην έχει προθεσμία. Η κύρια μηχανή ανάπτυξης είναι η αποτυχία – άλλωστε, η επιτυχία έχει νόημα μόνο και μόνο γιατί υπάρχει η πιθανότητα αποτυχίας. Αλλιώς τι νόημα έχει; Αλλά η αποτυχία δεν είναι δυνατή στον δημόσιο τομέα. Η ΔΕΚΟ το 2011 έχασαν €1,4 δις, λεφτά τα οποία πληρώνει ο εργαζόμενος από τους φόρους του. Στον δημόσιο τομέα αυτές οι ζημίες απλώς διαιωνίζονται.

*

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει την διάγνωση του κρατισμού και τις διαφθοράς αλλά δεν δέχεται ότι αυτά τα φαινόμενα είναι αλληλένδετα με ένα σύστημα που, αφενός, δεν βασίζεται στην αξιοκρατία και, αφετέρου, δίνει υπερβολική δύναμη και εξουσία στο κράτος – η οποία, προφανώς, την καταχράζεται. Ένας φιλελεύθερος βλέπει αυτό το μοντέλο και δεν πείθεται πως και αυτή η δύναμη, αυτή η εξουσία δεν θα οδηγήσουν στην αλλοίωση, το μαρασμό, και την στασιμότητα που έχουμε τώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά «οχι, θα οδηγήσει στην ευημερία». Αλλά δε μας λέει το πως και το γιατί.

Στην ουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται την αγορά και τον ανταγωνισμό, αλλά κυρίως φοβάται τον άνθρωπο και τις επιλογές που αυτός μπορεί να κάνει. Προσπαθεί, λοιπόν, να του αντιτάξει ένας κράτος που τον προστατεύει από τον εαυτό του και από τους άλλους, με αποτέλεσμα αυτό το κράτος να επεμβαίνει και στην πιο μικρή λεπτομέρεια της ζωής του ατόμου. Ο απόλυτος κρατισμός απορρέει από την απάρνηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της αγοράς, αλλά σε αντίθεση με τα κόμματα της Ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εκμοντερνίσει τη σκέψη του. Παρουσιάζει λοιπόν ένα κράτος που θα είναι δίκαιο, δημοκρατικό, ανθρώπινο και άφθαρτο αλλά παράλληλα θα είναι και τεράστιο, ελέγχοντας ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομίας και της κοινωνίας. Η ιστορία δείχνει ότι ένα τόσο ισχυρό κράτος καταπατά την ελευθερία, κακοδιαχειρίζεται την οικονομία και την δημόσια διοίκηση, και δημιουργεί συνθήκες δύσκολες και άδικες για το άτομο. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν έχει απάντηση στο πως το δικό του κράτος θα είναι η εξαίρεση.

Monday, May 14, 2012

Έλεος Πια Με Το «Μνημόνιο»

Η εμμονή με το «Μνημόνιο» – και για το ποιος είναι υπέρ ή κατά – έχει ισοπεδώσει πλήρως τον δημόσιο διάλογο και έχει απλοποιήσει ένα πολυσύνθετο θέμα. Είναι ώρα να πάψουμε να μιλάμε πια για το «Μνημόνιο» και να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα για τα προβλήματα και για το μέλλον της χώρας.

Η Ελλάδα έχει δύο προβλήματα: την κρατική χρηματοδότηση και την έλλειψη ενός μοντέλου που θα φέρει ανάπτυξη. Τα δύο συνδέονται φυσικά, άλλα είναι, εν τέλει, διαφορετικά θέματα. Το πρόβλημα της χρηματοδότησης είναι το πιο άμεσο, και η ανάγκη επίλυσής του είναι αυτή που μας περιορίζει. Χωρίς την ανάγκη χρηματοδότησής θα μπορούσαμε να κάνουμε μια άλλη κουβέντα. Δυστυχώς όμως δεν έχουμε τέτοια ευχέρεια.

Όπως κάθε χώρα, η Ελλάδα έχει τρεις δημοσιονομικές ανάγκες: να καλύψει τα πρωτογενή της έξοδα (μισθοί, συντάξεις, κτλ), να πληρώσει τόκους στα ομόλογα που είναι εν ισχύ, και να αποπληρώσει ομόλογα που λήγουν. Για την κάλυψη των αναγκών αυτών μπορεί να προσφύγει στη φορολογία και στο δανεισμό (η τρίτη επιλογή είναι να τυπώσουμε χρήματα, αλλά ως μέλος της Ευρωζώνης, δεν μπορούμε να το κάνουμε). Σε μία χώρα με ελλειμματικό προϋπολογισμό, η εξομοίωση των εσόδων και των εξόδων γίνεται μέσω του δανεισμού. Δανεισμός από τις αγορές, όμως, δεν είναι εφικτός αφού δεν υπάρχουν ιδιώτες που να θέλουν να δανείσουν την Ελλάδα με όρους που να καθιστούν βιώσιμο το χρέος μας. Ούτε φαίνεται να αλλάζει σύντομα αυτή η κατάσταση.

Άρα η χώρα έχει δυο επιλογές: ή να δανειστεί χρήματα από κράτη ή να εξομοιώσει τα έσοδα της με τις δαπάνες. Ο διακρατικός δανεισμός σημαίνει μνημόνιο. Όχι απαραίτητα το «Μνημόνιο» που ισχύει τώρα αλλά κάποιο μνημόνιο. Για να πάρουμε χρήματα θα πρέπει να δεσμευτούμε. Χωρίς μνημόνιο δεν υπάρχει διακρατικός δανεισμός, και άρα η απάρνηση του «Μνημονίου» και κάθε μνημονίου σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να βρει χρήματα για να καλύψει τις ανάγκες της.

Το πρόβλημα είναι ότι η δημοσιονομική τρύπα είναι μεγάλη. Ο προϋπολογισμός του 2012 προβλέπει πρωτογενές έλλειμμα, που σημαίνει ότι ακόμα και να μην πληρώσει το κράτος τόκους, του λείπουν χρήματα. Μάλιστα, χωρίς νέα μέτρα, ο προϋπολογισμός θα παραμείνει ελλειμματικός έως το 2016 (τουλάχιστον). Η τρύπα μεγαλώνει αν θέλει το κράτος να πληρώσει τόκους (€13-€14 δις το χρόνο έως το 2016) ή να αποπληρώσει το χρέος που λήγει σε αυτή τη περίοδο (από €30 μέχρι €48 δις το χρόνο ως το 2016). Αυτά τα χρήματα δε συμπεριλαμβάνουν καν τη στήριξη προς το τραπεζικό σύστημα.

Χωρίς μνημόνιο θα πρέπει να μας πουν οι πολιτικοί πως θα καλύψουν το έλλειμμα: από που θα βρουν τα έσοδα και τι περικοπές θα κάνουν; Έστω και αν υποθέσουμε ότι η μονομερής αποκήρυξη του 100% του χρέους μας δε θα έχει καμία αρνητική συνέπεια όπως τη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος ή την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, μας λείπουν ακόμα €2-€4 δις το χρόνο μέχρι το 2016. Τι νέα μέτρα προτείνουν αυτοί που λένε όχι στο Μνημόνιο;

Βέβαια, η απάντηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι σαφής αν και δεν έχει ακουστεί μετεκλογικά: «Πόροι μπορούν να βρεθούν με ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, την επιβάρυνση, όσο χρειάζεται, των μεγάλων εισοδημάτων και του συσσωρευμένου πλούτου και με μείωση των δαπανών που δεν εξυπηρετούν το λαϊκό συμφέρον». Σύμφωνα με το κόμμα, με τα μέτρα αυτά θα «εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο». Δηλαδή λεφτά υπάρχουν και θα πάμε να τα πάρουμε, λέει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αν και η αναφορά του σε «δεκάδες δισεκατομμύρια» προδίδει την ανωριμότητα της οικονομικής σκέψης του κόμματος (Ως μέτρο σύγκρισης, το 2011, τα φορολογικά έσοδα του κράτους ήταν ~€45 δις, οπότε λίγο δύσκολο να εισρέουν «δεκάδες δισεκατομμύρια» επιπλέον το χρόνο). Είναι χρήσιμο, όμως, να τα συζητήσουμε αυτά τα πλάνα και να μάθουμε ακριβώς που θα βρεθούν αυτά τα δεκάδες δισεκατομμύρια χωρίς να καταλήξει η χώρα στον οικονομικό πάτο.

Επίσης, πρέπει να συζητήσουμε, αν κάτι τέτοιο είναι συμβατό με την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Εδώ έχουμε μείνει στο να λέμε «ναι» και «όχι» αντί να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα. Χωρίς καμία χρηματοδότηση, για παράδειγμα, είναι αρκετά πιθανό να ζητήσει ο λαός την επιστροφή στην δραχμή γιατί τα νούμερα δε βγαίνουν με τίποτα. Από την άλλη, χρωστάμε ήδη πάνω από €100 δις στην Ευρώπη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Για να βγουν τα νούμερα χωρίς χρηματοδότηση, σίγουρα θα αρνηθούμε να πληρώσουμε αυτά τα χρέη – τι θα πουν οι εταίροι μας γι’ αυτό; Ακόμα και αυτοί που θέλουν να αλλάξουν το «Μνημόνιο» λίγα λένε για το πως θα το αλλάξουν. Για παράδειγμα, αν παρουσιάσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το οικονομικό του πρόγραμμα ως βάση για την αναδιάρθρωση του χρέους, φοβάμαι ότι θα κριθεί εξ’αρχής «εκτός τόπου και χρόνου». Ούτως ή άλλως χρειαζόμαστε συγκεκριμένες προτάσεις και όχι σλόγκαν.

Αυτή η κουβέντα καλύπτει μόνο ένα από τα δύο προβλήματα: την ανάγκη της χρηματοδότησης του κράτους. Η άλλη κουβέντα είναι ευρύτερη, πιο ουσιώδης και πιο σημαντική: πως θα επανέλθει η Ελλάδα σε μια τροχιά ανάπτυξης; Σε αντίθεση με τον ψευτοδιάλογο για το «Μνημόνιο» αυτό είναι ένα ουσιαστικό ερώτημα για το οποίο υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Από τη μία, υπάρχει ένα τμήμα φιλελεύθερο που πιστεύει στην απελευθέρωση της αγοράς και στη συρρίκνωση του κράτους. Από την άλλη, υπάρχει η πίστη σε ένα μεγαλύτερο κράτος που θα περιορίσει τις δυνάμεις της αγοράς. Ανάμεσα στα δύο άκρα, φυσικά, υπάρχουν πολλοί συνδυασμοί. Αλλά η εμμονή με το «Μνημόνιο» έχει επισκιάσει αυτόν τον πιο ουσιαστικό διάλογο. Ώρα να πούμε όχι μόνο σε τι είμαστε κατά, αλλά και σε τι είμαστε υπέρ.

Enough with the “Memorandum”

The obsession with the “memorandum” – and who is for or against it – has completely leveled Greece’s public debate and it has simplified a complicated subject. It’s time we stop talking about the “memorandum” and have a serious conversation about the country’s problems and its future.

Greece faces two problems: state funding and finding a development model that will lead to growth. The two are obviously linked, but they are, ultimately, distinct. Funding is the most immediate problem and the one that limits Greece’s choices. Without the need to fund the state, our conversation would be different. But we do not have that luxury.

Like any country, the Greek state has three needs: to cover primary expenditures (salaries, pensions, etc), to pay interest, and to repay bonds that are maturing. To cover these needs, the state can levy taxes or it can borrow (option number three is to print money, but as a member of the Eurozone, Greece cannot do that). In a country with a budget deficit, borrowing is the way to reconcile revenues with expenses. But Greece cannot borrow from private markets since there are insufficient lenders who are willing to give money to Greece on terms that make the country’s debt sustainable. Nor will this change soon.

So the country has two options: it can borrow money from the official sector (countries and/or international organizations) or it can equilibrate revenues with expenditures. Borrowing from the official sector equals memorandum. Not necessarily the “memorandum” that we have now but some form of a memorandum. To get money, the country needs to make commitments. No memorandum means no official borrowing and thus anyone who is denying our existing or any memorandum is saying that the Greek government ought to find by itself the money to cover its needs.

The problem with this position is that Greece’s fiscal hole is very large. According to our 2012 budget, the state will run a primary deficit, which means it is short on cash even if it pays zero euros on interest. Indeed, without new measures, the budget will remain in deficit until 2016 (at least). Now, the gap grows if the state plans to pay interest (€13-€14 billion a year to 2016) or to repay maturing debt (€30-€48 billion a year to 2016). This money does not even include support for the banking system.

Politicians who oppose the Memorandum ought to tell us how they will cover this deficit: through what revenue sources and through what cuts? Even if we assume that a unilateral repudiation of 100% of our debt will not trigger the collapse of the banking system or an exit from the Eurozone, the budget is still short €2-€4 billion a year. What measures will close this gap?

Of course, SYRIZA has an answer, although we haven’t heard much of it after the election: “Funds can be found through a radical overhaul of the tax system, a levy, as appropriate, on large incomes and accumulated wealth and the reduction of spending that do not serve the people’s interests” (my translation). According to the party, these measures will lead to “tens of billions” of additional revenue every year. So there is money out there and we will go get it, says SYRIZA, although its reference to “tens of billions” betrays the immaturity of the party’s economic thought (by comparison, in 2011, direct tax revenues were ~€45 billion, so “billions of euros” sounds a bit much). Yet we ought to discuss these plans and to understand where this money will come from without destroying the country’s economic foundation.

We also ought to discuss whether this plan is compatible with Greece’s membership in the Eurozone. Instead of yelling “yes” or “no,” we need a somber conversation. Without official funding, for example, it is quite possible for the people to demand a return to the drachma because the numbers do not add up. On the other hand, Greece already owes over €100 billion to Europe and the International Monetary Fund. To manage our finances without aid, we would certainly repudiate those debts – what will our partners say about that? Even those who want to amend the “memorandum” say little about how they wish to amend it. For example, if SYRIZA. were to present its economic plan as a basis for debt restructuring, no one will take them seriously. Either way, we need concrete proposals, not slogans.

This conversation covers only one of the two problems: the need for state funding. The other problem is broader, more fundamental and more important: how to restore Greece to a growth trajectory. Unlike the half-baked conversation about the “memorandum,” we do indeed have fundamental differing views about this. On one hand, there is a liberal view that believes in deregulation and the shrinking of the state. On the other hand, there is the belief in a stronger state that will restrain market forces. Between the two extremes, of course, are many combinations. But the obsession with the “memorandum” has obscured this more meaningful dialogue. It is time to say what we are for, not just what we are against.

Thursday, May 10, 2012

Digesting Greece’s Electoral Message

Just three days have passed since Greek voters delivered a loud but equivocal message to their leaders. In witnessing the efforts to form a government, we have learned a lot about our political leaders and our political system. Here are my four main takeaways from the past three days.

First, interpreting the electoral message remains elusive. Beyond merely delivering a message of “we are fed up” little can be said about what the Greek people actually want. SYRIZA says that the verdict delivered a clear anti-memorandum position since the pro-memorandum parties received a third of the vote (and, by contrast, two-thirds of the people voted against the memorandum). But this is a rather limited read of the May 6 vote: the anti-memorandum vote contains so many strands that it is impossible to classify them as having a common position. Plus, there were three liberal parties that support many of the reforms embedded in the memorandum – they got a 6.5% vote. So the pro-reform movement is over 40%. The inability to interpret the message is one reason that the efforts to form a government have run in parallel: New Democracy and PASOK believe that the main axis of cooperation is “for or against Europe” while SYRIZA says it is “for or against the memorandum.”

Second, Greece’s fate still stands in the balance. Before the election, I noted that, “one can imagine a very wide range of outcomes after the election” and that “no one should underestimate just how wide the field of action has become.” Rhetoric and actions have reinforced this observation. Even eliminating an extreme scenario of outright default and exit from the Eurozone, the program espoused by SYRIZA, which is 1950s and 1960s socialism, entails a very different Greece than the program espoused by New Democracy or PASOK. There are still many paths open to Greece, especially since the Greek political establishment does not seem to appreciate just how little goodwill the country has left with the European elites and that a prolonged ambivalence might just exhaust Europe’s patience.

Third, Greece’s political leaders have, in general, thought very little about Greece’s options. The level of debate remains very shallow and few parties have managed to move beyond their campaign slogans to discuss precisely what they are proposing. Nor is there any real appreciation of the trade-offs involved with different choices. For example, SYRIZA’s proposals simply assume that this crisis does not exist – otherwise, its proposals sound outright silly or, at best, useful but irrelevant in dealing with the crisis. The overall insistence on “canceling” or “amending” the bailout agreement sounds great – but in what way does each side want to amend it and what does “canceling” means? No one is really discussing these issues, and so the discussions are ultimately irrelevant.

Fourth, the vote dispersion is already showing signs of re-consolidation. New Democracy is making an effort to gather the center-right under its umbrella; PASOK is soul-searching, and many in the party feel that SYRIZA’s speaks to PASOK’s move away from the left; SYRIZA’s announcements after the elections have probably underscored how little it has to offer by way of precise proposals in dealing with the crisis; and the intense focus on Golden Dawn has probably served to trim its support already. Just as we proclaimed the end of the two-party system, we are already witnessing the reconsolidation of the country’s political forces. As I noted before, “we have destroyed the old but have not quite erected the new.” Well, it may be that the new ends up being somewhere near the old.

This election allowed the Greek people to express their frustration, but it has also shown that anger is no substitute for policy. Flicking off the political system can be fun, but resolving Greece’s problems is made no easier by bombastic rhetoric and empty slogans. One lasting benefit I hope for is that this election demonstrated quickly and decisively the yawning gap between one’s ability to speak well at rallies versus the ability to contribute intelligently in the debate. It is a yawning gap indeed and if the electorate becomes any wiser from it, then these might have been worthwhile elections.

Monday, May 07, 2012

The Day After: Deciphering the Greek Election

People get the government they deserve. The Greek people finally got a chance to speak and they renounced the status quo. But what they said, precisely, is hard to decipher. To get a good answer you need to ask a good question; and this election was anything but a chance to ask good questions. It will take a while to truly make sense of the May 6 elections. 

The collapse of the political system, long foreordained, came true. The first party got less than 19% of the vote; the top two received ~36%. By contrast, in every election since 1981, the top two parties have gotten at least 77% of the vote and as much as 87%. PASOK received its lowest share of the popular vote ever (even below the 1974 elections). In sum, 13 parties got more than 1%, while seven crossed the 3% threshold required to enter parliament (vs. five in the 2009 election). Another two came close. The participation rate, at 65%, is below the 71% rate in 2009. 

Besides the fragmentation of the political system, there were six other big trends. 

The first trend was the meteoric rise of the leftist coalition SYRIZA, which benefited the most from PASOK’s decline. This result hardens the leftist opposition and heightens the rhetoric against the bailout. It calls for a struggle and rejects many of the liberal reforms that are embedded in the memorandum. By showing support for SYRIZA, many voters found a leftist alternative to PASOK – but they also fell for a “we can have it all” rhetoric that is thin on options that can improve the country’s economic trajectory. The call for a further debt restructuring will likely get louder. 

The second trend was the entry into parliament of Golden Dawn, an ultranationalist party, whose anti-immigrant rhetoric resonated with “law and order” folk and with people who feel besieged within ghettos where the writ of the state is absent. No doubt this will increase tensions in and out of parliament as the rhetoric of the two extremes will clash and perhaps clash violently. The apparent legitimization of the party’s extremism will certainly cause enormous introspection. Perhaps many who voted for Golden Dawn will be surprised by its extremism. But there is no doubt that this electoral result reflects two uncomfortable truths: that the country’s immigration “policy” is unsustainable and that the inability of the police to fight crime is creating extra-legal solutions. The positive is that if the state can respond to these legitimate needs, then support for this party can dissipate; the negative is that its influence may grow if these concerns are not addressed. 

The third trend is the split of the liberal-reformist vote among three combinations, meaning that none ended up in parliament. Four parties (Dimokratiki Symaxia, Dimiourgia Ksana, Drassi and Fileleutheri Symaxia) collectively got ~6.5% of the vote. Electorally, this means nothing, of course, because none crossed the 3% threshold to make into parliament. But this number shows an instinct to support liberal reformists. Given that these parties suffered from a fear that a vote for these parties would be wasted (in a way, it was), the true support for these parties’ position is higher. 

The fourth trend was the split between the urban and the rural vote. The major urban centers all went for leftist SYRIZA, while New Democracy carried almost all other areas. No election since 1981 showed a similar decisive split between the major cities and the rest of the country. What this means, I am not sure. It shows perhaps the different in radicalism between the larger and the smaller cities; it shows also a hesitation outside the major centers to fall for an “easy” leftist rhetoric. 

The fifth trend was a massive diffusion of the popular vote: 19% voted for parties that did not enter parliament, up from 5% in 2009. This fact illustrates several realities. Of course, it means that a fifth of the public is effectively disenfranchised. Positively, however, it shows that so many people were willing to take a chance with their vote. Given the talk that voting for any party that was not clearly above the 3% threshold would be a waste, it is incredible to think that 19% of the people did so anyway. Finally, this number means that if we somehow ended up with another round of elections, a recombination of parties could lead to a substantial change in the composition of parliament. 

The sixth trend was the support for parties with powerful rhetoric but thin programs. Inevitably, this is the nature of a protest vote. But more pessimistically, it means that this election was more or less wasted from public debate point of view. If elections are a chance to debate and discuss big ideas and policies – if they are a chance pick between competing outcomes, then this was a wasted opportunity. Try to interpret, for example, the vote against PASOK and New Democracy: was this a vote against the cumulative failure of the two parties in managing the country’s affairs over the past 30 years; was it a vote against their decision to sign the two bailouts (and if so, what should they have done?); or was is their decision to sign the memorandum but not implement it? I doubt that the result offers a definite answer to these questions. 

The task now is to form a government. New Democracy and PASOK do not have sufficient deputies to carry a majority (their current tally is 149 vs. the 151 needed for a majority); even if they did, a majority of a few deputies would be too thin. Of the remaining parties, several have ruled out cooperating with New Democracy. Thus the hope of forming a government falls largely with the Dimokratiki Aristera Party, which is led by a sensible politician, and whose 19 deputies could add depth to a coalition. Even so, these three parties are only 38% of the vote – hardly a definitive mandate. 

The alternative is no government at all with the prospect for another election. Such a scenario can be very bad, and there is one prospect in which it can be good. It is bad because it leaves Greece with no government. Our financing will be at risk, especially if the interim period is long. Our credibility will be shaken, and the threat of violence and social unrest will loom large. How can this scenario be good? A second round would do two things. First, it would allow people to move past voting “against” parties to voting for parties. Perhaps feeling that they registered a protest vote the first time around, people would be inclined to support specific agendas rather than merely reject agendas. Second, it would allow for a consolidation of like-minded parties. Given that so many votes went to parties that did not enter parliament, a combination of such forces could form a powerful electoral presence. 

How do these elections impact the big picture? Let me give you a political take and then a personal take. The political assessment is that we are likely to form a government, though the chances are about 60% to 70%. The aim of this new government will be to lessen the impact of the second bailout. The end result, it seems to me, is a weaker consensus in favor of reforms and more support for another debt restructuring, which this time will include the official sector. More or less, this is the status quo with a weaker ability to move forward with privatizations and with labor reforms. 

In this world, the “good” is progressive debt relief coupled with incremental reforms. The “bad” is a change in the European consensus in favor of reform, where the pressure to change some long-standing ills dissipates and Greece doesn’t really change. The ugly scenario is deterioration in social cohesion and order, coupled with a disintegration of the state. This scenario is more connected to a disorderly Eurozone exit (either as the cause or as the effect) plus social violence along ethnic and class lines. What are the odds of each? I don’t know but all scenarios have a non-trivial chance of happening. 

Now my personal take. In a way, the election saddens me because it was a wasted election: there was a clear vote of frustration, and insofar as this helped released some tension, fine. But the country had no real debate about issues – about what went wrong or about what options are available in the future. The people fell for a rhetoric of “we can have it all,” which we cannot. Perhaps the situation was too dire to have a calm and reasoned debate. But if we cannot have a real conversation when faced with an existential threat, when our choices are life-and-death choices, then when? 

The strong SYRIZA vote disappointed me, as did the Golden Dawn vote. The  Golden Dawn vote I can  understand, and with measures that are hardly groundbreaking, the movement’s momentum can be deflated. The SYRIZA vote, by contrast, tells me that the country’s leftist instincts will be hard to overcome. In my mind, if you look at the last thirty years and your conclusion is that the country has not had enough leftist policies, then I am lost for words. And that means that the crisis has no catharsis yet. 

Let me end on a positive vote. The collapse of the political system means the field is still wide open to new politics, to new parties and to new people. We have destroyed the old but have not quite erected the new. This is an opportunity. A full 19% of the people were courageous enough to gamble with their vote, showing a willingness to experiment and to try paths outside the establishment. For someone who yearns for regeneration, this is a good omen. Even more so, the liberal parties got 6.5% of the vote – if people were not afraid that voting for them would mean a wasted vote, their share could have been higher, perhaps 9-10%. Given the country’s current electoral dynamics, this is a potent political force. 

And so the elections reinforced my ambivalence – they showed a leftist instinct that will be hard to upend, but they also demonstrated some clear reformist tendencies. Clearly, the latter have yet to find a definitive and compelling political representation. My hope is that this momentum will grow – this is by no means my base case scenario, but it is by far the only scenario that gives me any hope. Here’s hoping.

Thursday, May 03, 2012

An Election Two Years After the Greek Bailout

I had high hopes for Greece. Difficult times test a people; they push them to their limits, they lay bare their instincts and prejudices; they remove their shelters and they force them to confront reality in a new way. How people react speaks to their character and to their courage. People can try to deny reality. They can cling to old ideas and habits in an effort to “turn back the clock.” They can put their heads down, retrench and wait out the crisis. Or they can grasp the new, reset and fight anew. Two years since Greece first turned to the international community for help, and in the eve of a national election, where exactly do we stand? 

No doubt Greece faced a crisis that was as deep as it was fundamental. It transcended economics and finance and went to the core of who we are as a people. It would test assumptions that Greeks held for generations. It would force us to rethink the role of the state, the responsibility of the individual to society, our sense of fairness, and our understanding of what we should reward and condemn as a people. The crisis was the world’s way of saying we needed to take another look at ourselves and our ways. It was a test and an opportunity. 

Greece’s instinctive reaction was correct. We made an honest effort to honor our obligations to our creditors and to our partners in this monetary union. We eschewed a catastrophic default that would have unraveled the Eurozone and the European banking system. We pledged to make reforms and we succeeded, in 2010, in cutting our deficit and making needed changes. Those first six months were a grace period. Any government, especially in a national crisis, gets the benefit of the doubt. I remember a friend telling me in late 2010 that what surprised him the most was how little the Greek people had protested and how quietly they had acquiesced to major changes. 

But that grace period subsumed three different sentiments. The first was passivity. New government, new taxes, new laws – what can you do? It’s a crisis and it will pass. The second sentiment was denial. Those reforms are meant for others, not me, so why worry? I am doing well, thank you very much, and I have no problems with reforms in general as long as they leave me alone. The third sentiment was hope. Might we finally fight corruption and tax evasion? Might we curb spending and scale back the state? Might this be the change we’ve been yearning for? 

As we reached the one-year anniversary of the bailout in May 2011, several things became obvious. First, no more grace period. Second, this was clearly going to be neither a short-lived nor a mild crisis. It would last long and it would wipe out a sizeable portion of the country’s wealth. Third, everyone had to change and no one was beyond the reach of the memorandum. Fourth, our government lacked the backbone to see us through what was emerging as an existential crisis. These realizations upped the ante of social struggle; they compounded the sense of anger and frustration from people who thought either too much was happening or too little; they underscored the need for a new bailout and possibly a partial default; and they exposed that the government had an expiration date that was fast approaching. 

In that context, the paralysis of the government and the gradual disintegration of core state functions pushed a people closer to the brink and towards exhaustion. The gap between what people were expecting and hoping for and what was possible became wider and wider. No wonder there was a massive political vacuum emerging at the heart of Greek politics. That we have as many as ten parties flirting with entering parliament speaks to just how fragmented, disjointed and confused our national politics have become.

In Sunday’s elections the people are going to mumble rather than speak. They will say that they are angry and disappointed, and that they want something different. But they will not point in any one direction. Not only are there so many people who remain undecided, but the basis upon which they will decide is likely to be shallow. Back in October 2011, I wrote about Greece’s political vacuum and the three ways to fill it: extremism and polarization, cynicism and disengagement and the creation of a new social contract to promote liberal reforms. Cynicism and disengagement are by far the most dominant reality, although this is being manifested (and it enables) extremism and polarization.

What is a good outcome? For one, I would like to see a government formed. In theory, the failure to form a government could push some of the fragmented parties to reconsider alliances and merge in the prospect of a new election. But that is too much uncertainty and too high a cost. My ideal case is that the reform-minded parties like Drassi, Dimiourgia Xana and Dimoktratiki Simaxia earn enough votes to demonstrate a strong case for including their members or their ideas in the new administration. Another good outcome would be an inconclusive vote that made a case for Lucas Papademos to stay longer but with a mandate to actually govern rather than merely “steward.” 

What worries me most is that the protest vote will take it too far. A strong showing for the far left is akin to saying “I still don’t get what happened to Greece.” A strong showing for the far right is akin to saying, “my desire to protest trumps my common sense.” this has been an endemic problem for Greek society – the inability to distinguish between the right to protest and the act of protest itself. Just because you can do something doesn't mean you should – this is still something that the Greek people haven’t quite grasped. 

Yet this election will reinforce something that the Greek people have avoided and evaded consistently over the past two years – that no matter what the international environment, no matter what happens in Brussels or Berlin, the fate of the country ultimately rests in Greek hands and the choices that the Greek people will make on May 6. If they choose to merely protest, they shouldn't be surprised at the results later on. We choose our fate and we have chosen poorly so many times. Do so again and we have only ourselves to blame.